|
Λευκές Κορδέλες: κινηματογραφικό έργο, σκηνοθετικό αριστούργημα του Γερμανού σκηνοθέτη Μίκαελ Χάνεκε που απέσπασε τον χρυσό φοίνικα και το βραβείο κριτικών στις Κάννες. Πραγματεύεται τον κυρίαρχο γερμανικό τρόπο ζωής σε ένα από τα πολλά Γερμανικά χωριά στην προπολεμική περίοδο του 1913, λίγο πριν αρχίσει ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος. Το προπαγανδιστικό «μήνυμα» του έργου είναι ξεκάθαρο: τότε ήταν χειρότερα από τώρα.
Το έργο αποτελεί μνημείο κατασυκοφάντησης της αγροτικής ζωής του χωριού, κάνει την έναρξη του πολέμου να μοιάζει ως λύτρωση γι αυτούς τους ανθρώπους. Αυτός ο τρόπος ζωής παρουσιάζεται ως απόλυτα καταπιεστικός από την μικρότητα του συνάνθρωπου, υποκριτικός λόγω της θρησκευτικής πίστης και γεμάτος σεξουαλικές διαστροφές από την απλή σαρκική δεισιδαιμονία μέχρι την εγκληματική αιμομιξία. Είχαμε και εμείς παρόμοιο τρόπο ζωής με τους Γερμανούς στα δικά μας χωριά, και στις γειτονιές των μεγάλων πόλεων. Πηγή γνώσης μας, εκτός από τις εμπειρίες όσων πρόλαβαν να τον ζήσουν, ο ελληνικός κινηματογράφος που πραγματεύεται την ζωή του χωριού, αλλά και της παρόμοιας γειτονιάς στο αστικό περιβάλλον. Κάποιες φορές, ναι, μπορούσε η ζωή αυτή να ήταν τυραννική για τον άνθρωπο, στην πλειονότητα των περιπτώσεων όμως θυμόμαστε κυρίως την αλληλεγγύη ανάμεσα στους ανθρώπους και την ηρεμία τους στα όρια της αθωότητας και της αφέλειας.
Και στους δύο τρόπους ζωής, Γερμανικό και Ελληνικό, ο άνθρωπος μετείχε σε κάτι που τον ξεπερνούσε. Μεταφυσικός άξονας της Γερμανικής κοινωνίας ήταν το Ιερό, όπως αυτό εκφραζόταν μέσα από την έντονη κοινωνική ιεραρχία και πειθαρχία. Μεταφυσικός άξονας στην Ελληνική κοινωνία ήταν η ίδια η Κοινότητα, όπως αυτή εκφραζόταν μέσα από δημοκρατικά σχήματα και την αμοιβαία εμπιστοσύνη. Υπήρχε τέλος πάντων και στις δύο κοινωνίες κάτι υπέρτερο από το άτομο, ο άνθρωπος δεν τέλειωνε στο τομάρι του. Διαφορά μεταξύ του Γερμανικού και του Ελληνικού τρόπου ζωής ήταν ο τρόπος μετοχής. Στην Ελληνική κοινότητα η μετοχή συνήθως ήταν ισότιμη, δεν είχαμε τις έντονες ταξικές διαφορές των Γερμανών και την αυστηρή κοινωνική διαστρωμάτωση των άλλων Ευρωπαίων.
Αυτός ο τρόπος ζωής του Γερμανικού ή Ελληνικού χωριού/γειτονιάς δεν είχε αναγάγει την ελευθερία ως το μόνο αγαθό άξιο επιδίωξης για τον άνθρωπο όπως γίνεται τώρα. Υπήρχαν και άλλα αγαθά εξίσου σημαντικά προς επιδίωξη, όπως το αίσθημα της πληρότητας και το νόημα στην ζωή του ανθρώπου. Η ζωώδη φύση του ανθρώπου αποζητάει την απόλυτη ελευθερία, ο ατομισμός και τα υλικά αγαθά είναι ο αναγκαίος δρόμος προς αυτή την επίτευξη. Όμως ο άνθρωπος λόγω της συναίσθησης τής θνητότητάς του αποζητάει και νόημα στην ζωή του, δηλαδή αιτία και σκοπό στην ύπαρξή του. Αποζητάει επίσης την πληρότητα στην σχέση του με τους άλλους λόγω της εκ κατασκευής ελλειμματικής φύσης του, η ανθρώπινη ψυχή είναι απλωμένη στους δικούς της ανθρώπους, πάντα αναζητά το κομμάτι που της λείπει. Ο τρόπος ζωής της κοινότητας προσπαθούσε να κρατήσει την ισορροπία αυτών των τριών βασικών αγαθών: της ελευθερίας, της πληρότητας και του νοήματος.
Η ελευθερία αποτελεί σίγουρα την έναρξη της αναζήτησης του ανθρώπου για ευτυχία, χωρίς την έναρξη αυτή δεν προχωράει ο άνθρωπος στην παραπέρα ολοκλήρωσή του. Η Ελληνική παράδοση μετά την ελευθερία έδινε έμφαση στην ανθρώπινη πληρότητα, ενώ η Γερμανική παράδοση στο νόημα. Το πρόβλημα του καιρού μας είναι ότι η αναζήτηση μένει προσκολλημένη στην έναρξη. Βέβαια πρέπει να παραδεχθούμε ότι η εμμονή του ανθρώπου στην επίτευξη της ελευθερίας και μόνο, οδηγεί σε ένα πολύ υψηλό βιοτικό επίπεδο, μια πληθώρα υλικών αγαθών. Ο λόγος είναι ότι σε περιβάλλον απόλυτης ελευθερίας έχουμε ανάδυση ισχυρών ενστίκτων ανταγωνιστικότητας που οδηγούν σε υψηλούς βαθμούς παραγωγικότητας. Από την άλλη όμως, υποβαθμίζοντας την σημασία του αισθήματος της πληρότητας και του νοήματος στην ζωή, υποβαθμίζεται η ποιότητα της ανθρώπινης ζωής, όπως αυτό επιβεβαιώνεται μέσα από τους σημερινούς δείκτες της εγκληματικότητας, των αυτοκτονιών, των διαζυγίων, των ψυχικών νοσημάτων κ.λπ.
Ακόμα και η ραγδαία υποβάθμιση του περιβάλλοντος είναι αποτέλεσμα της απώλειας της σχέσης του ανθρώπου με την φύση και της εμμονής του στην παραγωγικότητα. Ιστορικά σίγουρα ήταν αναγκαία η έμφαση στην παραγωγικότητα και κατά συνέπεια στην αναζήτηση της απόλυτης ελευθερίας λόγω πολλών ευρωπαϊκών αιώνων συνεχών πολέμων και κακουχιών. Μέχρι τώρα καλώς πράξαμε, έφτασε όμως η ώρα να κάνουμε πίσω γιατί περάσαμε την γραμμή. Βέβαια οι θιασώτες του σύγχρονου τρόπου ζωής συνεχίζουν να μας υπόσχονται «λαγούς με πετραχήλια», αλλά νομίζω ότι αρχίζει να αποτελεί κοινή αίσθηση ότι πλησιάζουμε σε αναπόφευκτα αδιέξοδα ή αλλιώς κινδυνεύουμε να περάσουμε την γραμμή χωρίς επιστροφή.
Πρέπει να αναζητήσουμε ιστορικά πρότυπα κοινωνικής ζωής περισσότερο ανθρωποκεντρικά και αναγκαστικά λιγότερο παραγωγικά που θα μας βοηθήσουν να επαναπροσδιορίσουμε τους σύγχρονους κοινωνικούς θεσμούς για τον απαραίτητο πλέον κοινωνικό μετασχηματισμό. Να αντιστρέψουμε την παγκόσμια κοινωνική τάση για τυφλή υιοθέτηση Αγγλοσαξονικών προτύπων κοινωνικής ανάπτυξης και συνοχής. Η ηπειρωτική Ευρώπη λόγω πολιτιστικής παράδοσης οφείλει να ηγηθεί αυτής της προσπάθειας αναμοχλεύοντας κυρίως την Ελληνική και την Γερμανική παράδοση. Γι αυτό είναι απογοητευτικό όταν βλέπεις σε επίπεδο τέχνης ευρωπαϊκού κινηματογράφου να επιδεικνύεται τέτοια μεροληψία, αν όχι ανοικτή εχθρότητα, στην περιγραφή ιστορικών κοινωνικών προτύπων τα οποία αργά ή γρήγορα θα αποτελέσουν σημεία αναφοράς του αναπόφευκτου κοινωνικού μετασχηματισμού και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο.
Δημήτριος M. Ζιαμπάρας, Δικηγόρος, ΜΒΑ, DiplEng |
Οσο για τα υπόλοιπα δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω ότι η ανθρωπότητα έχει πλέον μία επιλογή και μόνο.Να γυρίσει προς τα πίσω.Φτάσαμε στο χείλος του γκρεμού και το επόμενο βήμα θα είναι η καταβαράθρωση.
Πολλοί από εμάς ξεχνάμε ότι στην γή ζούμε ως ενοικιαστές,όχι ως ιδιοκτήτες.Και μέλημα μας πρέπει πάντα να είναι τι θα παραδώσουμε στις επόμενες γενιές.
Συμφωνώ και επαυξάνω ότι θα πρέπει να υιοθετήσουμε άλλες αξίες και πρακτικές για το πως θα ζήσουμε την προσωρινή ζωή μας όπως π.χ. να συνειδητοποιήσει ο καθένας γιατί ήρθε σε αυτό τον κόσμο και τι προστιθέμενη αξία μπορεί να δώσει.
Βέβαια από την άλλη, σήμερα, όλοι απευχόμαστε την κήρυξη πολέμου ακόμη και για σοβαρούς εθνικούς λόγους, προκειμένου να μη χαθεί ο σύγχρονος τρόπος ζωής μας συνεπώς ο "αναπόφευκτος" κοινωνικος μετασχηματισμός και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο στον οποίο αναφέρεστε αναβάλλεται μέχρι να γίνει να γίνει δεδομένος, αναγκαστικός και εν τέλει πράγματι αναπόφευκτος.
Τα υπόλοιπα, απο κοντά στο ταβερνείο!
Άλλωστε ο άνθρωπος γεννιέται εξαρτημένος από το γάλα της μάνας του. Στα πρώτα λεπτά της ζωής του, όταν δηλαδή δεν έχει δεχθεί καμία -ή σχεδόν καμία- εξωτερική επίδραση πάνω του και μάλλον βρίσκεται πιο κοντά στο ένστικτο, άρα λειτουργεί περισσότερο με τη ζωώδη φύση του, μόνο ανεξαρτησία δεν ζητά, μόνο τάση για ελευθερία δεν έχει. Απεναντίας, κλαίει για να βρεθεί στην ασφάλεια της αγκαλιάς και στη γνώριμη συντροφιά του χτύπου της καρδιάς της μάνας του. Αντιμετωπίζει δηλαδή ή αντιλαμβάνεται ενστικτωδώς (πλάσμα ανασφαλές από τη φύση του ο άνθρωπος) την εξάρτηση ως ασφάλεια.
Ακραίο παράδειγμα, το αντιλαμβάνομαι, ωστόσο το αναφέρω ακριβώς γιατί εκείνη τη στιγμή ο άνθρωπος είναι παρθένος από εξωτερικές επιδράσεις και άρα περισσότερο κοντά στο ένστικτο, από κάθε άλλη φάση της ζωής του.
Διατηρώ ακόμη μια επιφύλαξη για το αν σε περιβάλλον απόλυτης ελευθερίας (άραγε υπάρχει?) έχουμε ανάδυση ενστίκτων ανταγωνιστικότητας, που οδηγούν σε υψηλούς βαθμούς παραγωγικότητας. Φοβάμαι ότι σε περιβάλλον απόλυτης ελευθερίας, ο άνθρωπος μπαίνει στον πειρασμό να βγάλει πιο ζωώδη ένστικτα από μέσα του, να ξαναβρεί τον χαμένο πρωτόγονο και ίσως γι’ αυτό στο τέλος γίνεται κατάχρηση του όρου ελευθερία. Μοιραία βέβαια οδηγείται σε ένα άλλο είδος σκλαβιάς (μήπως τελικά ο άνθρωπος έχει τάση προς τα δεσμά του?), αλλά ας αφήσω καλύτερα τον Ισοκράτη να μιλήσει γι’ αυτού του είδους την κατάχρηση.
Τώρα, επειδή κάνεις έναν παραλληλισμό του γερμανικού και του ελληνικού τρόπου, οφείλω να κάνω άλλη μια επισήμανση. Οι Έλληνες, αυτός ο τόσο περήφανος, ιδιαίτερος αλλά και ατίθασος λαός, έχει να επιδείξει ένα παγκόσμιο αρνητικό ρεκόρ. Ανέχθηκε 350 χρόνια σκλαβιάς, 350 χρόνια υποταγής μέχρι να ξεσηκωθεί κι αυτό όταν τον έσπρωξαν ξένες δυνάμεις. Δηλαδή δεν ξεσηκώθηκε από μόνος του. Πουθενά στον κόσμο, καθ’ όλη τη διάρκεια της γνωστής ιστορίας, κανένας λαός δεν έχει να επιδείξει τόσα χρόνια ανέχειας στην υποταγή. Παντού όλοι, από την κοντινή μας Ευρώπη έως τα βάθη της Αφρικής, της Ασίας ή της Ωκεανίας, κανένας λαός δεν έμεινε υποταγμένος τρεις αιώνες και βάλε.
Από την άλλη πλευρά, κι εδώ με βρίσκεις σύμφωνο, οι σύγχρονοι άνθρωποι δείχνουν να υποτάσσονται (και με μεγάλη τους χαρά μάλιστα) σε ένα άλλο είδος σκλαβιάς, αυτού του σύγχρονου τρόπου ζωής, του ατομισμού, του καταναλωτισμού (πλέον δεν κατασκευάζονται προϊόντα που έχουμε ανάγκη, αλλά κατασκευάζονται ανάγκες για να πουληθούν προϊόντα), της βάρβαρης ανταγωνιστικότητας, αλλά και με το σκληρό τίμημα, αυτό της απομόνωσης, της μοναξιάς, κατ’ επέκταση της κατάθλιψης και των ψυχικών νοσημάτων και όπως πολύ σωστά λες, της υποβάθμισης της ποιότητας της ανθρώπινης ζωής, που μοιραία οδηγεί σε αδιέξοδα. Φοβάμαι μάλιστα πως ήδη έχουμε περάσει τη γραμμή χωρίς επιστροφή.
Ωστόσο, ο Ευρωπαίος της Δύσης, αλλά και ο αγγλοσαξωνικός τρόπος ανάπτυξης, ήταν αυτός που κάποτε έβγαλε την ανθρωπότητα από τον Μεσαίωνα (που φυσικά ο ίδιος δημιούργησε) κι έδωσε τη λύση. Και είναι αυτός που τους τελευταίους αιώνες έσπρωξε την ανθρωπότητα μπροστά (με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα). Μην το παραβλέπουμε αυτό. Ολοι οι άλλοι απλώς ακολουθούσαν ή παρακολουθούσαν. Ο αγγλοσαξωνικός τρόπος ανάπτυξης έγινε το πρότυπο και όχι τυχαία.
Συμφωνώ επίσης σε απόλυτο βαθμό, με το ότι ο άνθρωπος, λόγω της συναίσθησης της θνητότητάς του, αποζητάει νόημα στη ζωή του ή το νόημα της ζωής του.
Και επειδή αφορμή γι’ αυτή την τόσο ενδιαφέρουσα ανάπτυξη απόψεων ήταν η συγκεκριμένη ταινία, έχω την εντύπωση πως την κρίνεις λίγο αυστηρά. Σε καμία περίπτωση δεν θα υπερασπιστώ έναν τέτοιο τρόπο ζωής, όπως αυτός που προβάλλεται. Όσοι με ξέρουν, γνωρίζουν και τις βαθιά δημοκρατικές μου πεποιθήσεις. Όμως κάθε ιστορική αναφορά θα πρέπει να την κρίνουμε με βάση τα τότε δεδομένα και όχι τα σημερινά. Μιλάμε για μια εποχή, όπου ο φασισμός βρισκόταν σε έξαρση, ακόμη και από πρώην αναρχικούς ή πρώην κομμουνιστές (όπως ο Μουσολίνι) και για μια εποχή όπου ο Ευρωπαίος έδειχνε να συναρπάζεται με την έννοια του πολέμου. Ίσως γιατί είχε να τον βιώσει σχεδόν ογδόντα χρόνια και ειδικά τα τελευταία πενήντα (τέλη 19ου αι., αρχές 20ου) ο πόλεμος έδειχνε ως μια εξωτική περιπέτεια για τον Ευρωπαίο αστό ή μεγαλοαστό, ακριβώς γιατί οι πόλεμοι εκείνη την εποχή ήταν αποικιακοί, άρα γίνονταν μακριά από την Ευρώπη, επομένως δεν τους άγγιζαν, δεν αισθάνονταν την αγριότητά τους. Σε χωριά μάλιστα της Δυτικής ή της Βόρειας ή της Κεντρικής Ευρώπης ή ακόμη και της Ρωσίας, ο πόλεμος έδειχνε και ως διέξοδο από τα προβλήματά τους. Εξού και παραμονές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι λαοί τόσο στην Αυστροουγγαρία και τη Γερμανία, όσο και στη Γαλλία, τη Βρετανία ή τις Κάτω Χώρες, έσπρωχναν τις κυβερνήσεις τους σε πόλεμο. Άρα, δικαιολογείται κάπως αυτό που δείχνει η ταινία, δηλαδή την έναρξη του πολέμου να μοιάζει με μια μορφή λύτρωσης, με βάση τα τότε δεδομένα, όχι τα σημερινά.
Τώρα, ως προς τον συγκεκριμένο τρόπο ζωής, τον καταπιεστικό, τον εξωφρενικά πειθαρχημένο, αλλά και υποκριτικό λόγω της θρησκευτικής πίστης, θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί σου.
Σε ευχαριστώ για τη φιλοξενία και την υπομονή και θα διεκδικήσω και πάλι το δικαίωμα να κάνω λάθος σε όσα παραπάνω αναφέρω.
Απο τα γραφομενα σου ομως θα σταθω σε μια φραση σου την οποια πιστευω κ επικροτω απολυτα!!.......: "Η ελευθερία αποτελεί σίγουρα την έναρξη της αναζήτησης του ανθρώπου για ευτυχία, χωρίς την έναρξη αυτή δεν προχωράει ο άνθρωπος στην παραπέρα ολοκλήρωσή του."
Η εξατομίκευση που σε πάει πίσω είναι αυτή που σε κλείνει στον εαυτό σου, δέσμιο της θνητής φύσης σου και των κάθε είδους εθισμών, εκεί κυριαρχούν τα βασικά ζωώδη ένστικτα της ανταγωνιστικότητας που σε κάνουν να αντιμετωπίζεις τον άλλο ως αντίπαλο και υποψήφιο θύμα/θύτη, βλέπε γύρω σου τους ναρκομανείς, τους καπιταλιστές-καρχαρίες και τους εργαζόμενους-μαρίδες.
Η άλλη εξατομίκευση που σε πάει μπροστά είναι αυτή η οποία λόγω μεγάλης ατομικής ευαισθησίας και κοπιώδους πρόσβασης σε βαθειά γνώση οδηγείσαι στην αυτονομία και στο αυτεξούσιο. Αποστασιοποιείσαι έτσι από την ίδια σου την θνητή φύση αλλά και από τα παραδεδομένα της όποιας παράδοσης μετέχεις μιας και την βλέπεις πλέον αφ' υψηλού. Αντικαθιστώντας μέσα σου ένα μεγάλο μέρος εμπιστοσύνης από γνώση.
Το να κατορθώσει όμως ο μέσος άνθρωπος από μόνος του να φτάσει σε τέτοια επίπεδα αυτονομίας είναι από δύσκολο έως αδύνατο, χρειάζεται έτσι απαραίτητα το εφαλτήριο μιας συλλογικής ευφυΐας που θα του επιτρέψει να κάνει το άλμα της πρόσβασης σε υψηλά επίπεδα γνώσης. Άρα η μετοχή του σε κάτι που τον ξεπερνάει αποτελεί προϋπόθεση για τον μέσο άνθρωπο πριν οδηγηθεί στην εξατομίκευση της αυτονομίας.
Ο Αριστοτέλης λέει ότι "φύσει του ειδέναι ορέγεσθαι", δηλαδή είναι στην φύση του ανθρώπου να μαθαίνει, μαθαίνοντας γίνεται καλύτερος άνθρωπος. Υπονοώντας κατα την γνώμη μου την αναπόφευκτη εξατομίκευση της σοφίας. Σε αντίθεση με τη πτώση της Γέννεσης στην Παλαιά Διαθήκη και την απαγόρευση του μήλου της γνώσης που δεν θέλει τον άνθρωπο να οδηγηθεί στην γνώση και στην θετική εξατομίκευση, δηλαδή στην ατομική θέωση.
Αυτά ως απάντηση, γιατί στο ταβερνείο Σάββατο βράδυ φυσικά θα συζητάμε για γκόμενες και ποδόσφαιρο.
- Η άκρατη ελευθερία οδηγεί στην επικράτηση του ισχυρού, όπως ακριβώς γίνεται στην εξέλιξη με την φυσική επιλογή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την όλο και μεγαλύτερη βελτιστοποίηση ανθρώπων και διαδικασιών άρα και παραγωγικότητα.
- Στα χρόνια της τουρκοκρατίας ο ιστορικός Σβορώνος μιλάει για πάνω από 70 επαναστάσεις στον Ελληνικό χώρο. Όλες βέβαια καταπνίγηκαν στο αίμα. Οι περισσότερες από αυτές ήταν υποκινούμενες είτε από Ρώσους είτε από Βενετούς.
- Το έργο εξελίσεται στο 1912-13. Ο Μουσολίνη στην Ιταλία ανέλαβε την εξουσία το 1922 και ο Χίτλερ στην Γερμανία το 1933. Σοσιαλιστές και οι δύο όπως ανέφερες και εσύ.
του Δημήτρη Καλουδιώτη[ μηχανικού στα Ναυπηγεία Ελευσίνας και Νεωρίου& υποψήφιου βουλευτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ]
06 -11-2009
Αφορμή η ταινία «Ακαδημία Πλάτωνος» του Φίλιππου Τσίτου: η επαγγελματική περιθωριοποίηση των Ελλήνων της χαμηλότερης κοινωνικής τάξης
"Όταν την δεκαετία του '80 και ιδιαίτερα στη δεκαετία του '90 ο συνδυασμός της εισροής ευρωπαϊκών πόρων και μεταναστών εκτίνασσε στα ύψη την ευημερία των νεοελλήνων (παρά τα γενικότερα προβλήματα του κράτους) πολλοί αναρωτιόμασταν αν αυτή η κατάσταση θα ήταν τελικά ωφέλιμη για την ελληνική κοινωνία. Διαπιστώναμε μάλιστα πολύ γρήγορα ότι δεν διαμορφώνονταν συνθήκες ενσωμάτωσης των (λαθρο) μεταναστών, τότε κυρίως Αλβανών, αλλά ένα είδος υποκατάστασης της απασχόλησης του εντοπίου πληθυσμού από τους μετανάστες. Αντί να αξιοποιηθεί το μεταναστευτικό δυναμικό μέσα από μια πολιτική δημιουργικής ενσωμάτωσης, βαθμιαία επήλθε συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της χώρας με ταυτόχρονη καταστρατήγηση, σε βάρος πρώτα των μεταναστών, κατακτημένων εργασιακών δικαιωμάτων.
Υποκατάσταση αντί ενσωμάτωσης παντού.
Στην πορεία των εξελίξεων αυτή η κατάσταση οδήγησε τα κατώτερα στρώματα εκτός απασχόλησης. Η όποια επιβίωση τους εξασφαλίζεται πια με διάφορες κρατικές παροχές όπως πρώιμες συντάξεις, ώστε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού διάγουν (ζουν και ψευτοζούν) ως παρασιτούντες αργόμισθοι ή αργόσχολοι. Η τάση της εξόδου από την παραγωγική εργασία αντί να περιοριστεί επεκτείνεται συνεχώς και ο παρασιτισμός έχει γίνει κατάσταση ιδιαίτερα για τα κατώτερα στρώματα (η θαυμάσια ταινία «Ακαδημία Πλάτωνος» του Φίλιππου Τσίτου εικονογραφεί την κατάσταση των πνευμάτων στις χαμηλότερες κοινωνικές βαθμίδες). Έτσι άλλωστε δημιουργήθηκε και το τεράστιο κοινό των πρωινών εκπομπών της τηλεόρασης και τα μεσημεριάτικα «λάϊφ στάϊλ» αλλά και τα δελτία των οκτώ, που σπέρνουν ανέξοδα την απόγνωση. Ένα παρασιτικό τοπίο σχολιαστών, κατά το «προπονητών της εξέδρας», επικουρούμενων από αγανακτισμένους πρώιμους συνταξιούχους.
• Στην ύπαιθρο οι χειρωνακτικές εργασίες πέρασαν στους μετανάστες, χωρίς οι ίδιοι να είναι στοιχειωδώς ασφαλισμένοι και να έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες, τουλάχιστον στις δημοτικές εκλογές. Σαν αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης σύντομα οι εναπομένοντες ηλικιωμένοι αγρότες θα είναι κυριολεκτικά στο έλεος των μεταναστών, σε μια σκληρή και γι' αυτούς κοινωνική πραγματικότητα.
• Στην άλλοτε ανθηρή στα αστικά κέντρα εργασία στην οικοδομή, δεν υπάρχουν πια ελληνικής ιθαγένειας οικοδόμοι (μένει το σωματείο του ΚΚΕ). Βαθμιαία αποσύρονται και οι υπεργολάβοι και στη θέση τους περνούν πάλι μετανάστες, ενώ το εργασιακό καθεστώς -σε ένα τομέα που μπορεί να μην έχει το δυναμισμό άλλων εποχών (βαθμιαία οι ανεγέρσεις περιορίζονται και αυξάνονται οι επισκευές και οι ανακατασκευές)- έχει γυρίσει χρόνια πίσω.
• Στην όποια μεγάλη και βαριά βιομηχανία ως μόνιμοι εργαζόμενοι, σε μεγάλα ποσοστά, έχουν απομείνει μόνο όσοι κατέχουν ανώτερες θέσεις διεύθυνσης και επιστασίας, ενώ η βαριά δουλειά βγαίνει από έκτακτους εντόπιους και εργαζόμενους σε υπεργολαβίες ανασφάλιστους (έγχρωμους κυρίως) μετανάστες. Αυτή δε η πολυάριθμη «τεχνοδομή» των επιστατών και διευθυντευόντων -μαζί βεβαίως και με τους συνδικαλιστές- αποτελούν, όταν δεν αρκεί η εργοδοσία, παράλληλη ομάδα πίεσης προς την εκάστοτε κυβέρνηση, που διαχειρίζεται τον μέγα εργοδότη, το κράτος, με το μόνιμο πάγιο επιχείρημα «να μην πεταχτούν στο δρόμο οικογενειάρχες»...
• Παράλληλα επεκτάθηκε η χωρίς ασφαλιστικά δικαιώματα, ωράρια κ.λ.π. δουλειά στον λεγόμενο «καπιταλισμό της διασκέδασης». Από τους πωλητές στα σούπερ-μάρκετ ως τους νέους στα μπαρ και στις περισσότερες τουριστικές επιχειρήσεις, που απορροφά τόσο τη νέα γενιά (δουλειά στον γκισέ ) όσο και τους μετανάστες (δουλειά λάντζας).
Μια διαφορετική υποκατάσταση στο δημόσιο τομέα
Το φαινόμενο της υποκατάστασης της απασχόλησης γίνεται μοντέλο της κοινωνίας μας. Τώρα πλέον έχει επεκταθεί με διαφορετικό τρόπο και στο ευρύτερο δημόσιο, το τελευταίο οχυρό των εργαζομένων με ελληνική ιθαγένεια. Οι περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι είναι αξιωματούχοι: γενικοί διευθυντές, διευθυντές, αναπληρωτές διευθυντές, τμηματάρχες, υπεύθυνοι επιτροπών. Αν σ' αυτούς συμπεριλάβουμε και τους συνδικαλιστές αλλά και τους υπαλλήλους πολιτικούς αντιπάλους του κάθε φορά κυβερνώντος κόμματος που στέλνονται στο «ψυγείο», τότε φθάνουμε σε ποσοστά της τάξης του 60 και 70% υποτιθέμενα απασχολουμένων, που κατά κανόνα δεν εργάζονται, αλλά βεβαίως πληρώνονται.
Οι εργαζόμενοι βάσης είναι πια δυσεύρετοι και οι νόμιμες προσλήψεις είναι δύσκολες γιατί ούτως ή άλλως οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι ήδη υπεράριθμοι. Αυτό έχει οδηγήσει σε ένα χάος, σε κονιορτοποίηση της απασχόλησης μέσω διαφόρων εφευρέσεων για προσλήψεις κάθε είδους έκτακτων. Τελευταία εφευρέθηκαν τα «στέιτζ». Έτσι στην πράξη οι μόνοι που δουλεύουν, υποκαθιστώντας τους μόνιμους, είναι οι εργαζόμενοι των «στέϊτζ» και των ΚΕΠ... Αυτοί είναι που σήμερα αποτελούν τους παρίες, νεολαίοι με πανεπιστημιακές σπουδές, που ελπίζουν κάποια στιγμή να περάσουν εντός του συστήματος των μονίμως εργαζομένων...
Δεν υπάρχει, πλέον τομέας του δημοσίου που να λειτουργεί ορθολογικά. Ακραία παραδείγματα ίσως είναι τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ με τους δικούς τους ιδιόρρυθμους «στέϊτζ», τους ωρομίσθιους διδάσκοντες, τα νοσοκομεία κ.λπ.
Δεν είναι καλύτερα τα πράγματα και σε έναν άλλοτε προνομιακό και καινοτομικό χώρο απασχόλησης, που εργοδότης κατά κάποιο τρόπο είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Είναι τα ευρωπαϊκά προγράμματα τα οποία υλοποιούν γραφεία συμβούλων που κάποτε αποτέλεσαν φορείς ευρωπαϊκής τεχνογνωσίας στη χώρα μας. Τα γραφεία αυτά υποκαθιστούν τον δημόσιο τομέα (ιδιαίτερα την τοπική αυτοδιοίκηση, τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ) προετοιμάζοντας, για λογαριασμό τους, τα προγράμματα. Κι εδώ η δουλειά ρουτίνας, δεν γίνεται ούτε από τους φορείς της αυτοδιοίκησης ή τα ΑΕΙ ή τα ΤΕΙ, ούτε από τα ίδια τα στελέχη των εταιρειών συμβούλων. «Βγαίνει» από πτυχιούχους, συνήθως και με κάποιο μάστερ, που προσλαμβάνουν οι εταιρείες συμβούλων χωρίς ωράρια, δικαιώματα, ασφάλιση(στέϊτζ).
Φυσικά η καινοτομία έχει εδώ και καιρό πάει περίπατο και η εργασία γίνεται για να γίνεται. Το σύστημα έχει γίνει απόλυτα περίπλοκο με διαρκείς ελέγχους που συνήθως επιτείνουν το αδιέξοδο και την διαφθορά. Ας αφήσουμε και το γεγονός ότι νέοι άνθρωποι, στα 25 τους, αισθάνονται ότι δεν παράγουν τίποτα δημιουργικό, αλλά ότι απλά συμπληρώνουν περίπλοκες στήλες προγραμμάτων που τα παρουσιάζουν σε άδειες αίθουσες και την όποια υπεραξία την καρπώνονται διάφοροι επιβλέποντες αξιωματούχοι του δημόσιου τομέα.
Σε αυτό το μελανό τοπίο υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις. Υπάρχουν και παραγωγικές επιχειρήσεις και αξιοπρεπής απασχόληση. Υπάρχουν εργαζόμενοι στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα που τους αρέσει η δουλειά τους που «βαριούνται να κάθονται» και οι οποίοι σώζουν την κατάσταση. Αλλά ο κανόνας όλο και διευρύνεται.
Η συμπαιγνία των εντός του συστήματος
Εκτός από τη στρατιά των πολιτικών αξιωματούχων και συνδικαλιστικών στελεχών του δημοσίου, το όλο παζλ συμπληρώνεται από τα πολυάριθμα και πανάκριβα στελέχη των ΔΕΚΟ και του ιδιωτικού τομέα, με τους γραμματείς, κλητήρες, οδηγούς ακόμα και... μαγείρους. Αποτελούν μία πέραν πάσης λογικής πολυάριθμη και πανάκριβη διοικητική και πολιτική τεχνοδομή στο δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο.
Ανάλογες καταστάσεις στην απασχόληση, πιο εξορθολογισμένες βέβαια, λειτουργούν και στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ και το γεγονός αποτελεί ίσως, τον κύριο παράγοντα της βαθύτερης κρίσης της ΕΕ. Η όλη λειτουργία της, ως συνόλου, αλλά και σε κάθε χώρα ξεχωριστά, συχνά προσλαμβάνει χαρακτηριστικά συμπαιγνίας των εντός του συστήματος, που μπορεί να μην έχουν πάντα τα ίδια συμφέροντα, αλλά εκ των πραγμάτων λειτουργούν με μια ιεραρχημένη συμμετοχή στις προσόδους. Εξάλλου το αποτέλεσμα μιλάει μόνο του όταν σε αυτή την τελευταία εικοσαετία της ευημερίας υπήρξε σημαντική διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων σε όλη την Ευρώπη.
Αλλά, για να γυρίσουμε στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στην εξαετία Κ.Καραμανλή, αντί να ανακοπούν οι επικίνδυνες αυτές τάσεις που διαγράφονταν στον τομέα της απασχόλησης, ως θα ανέμενε κανείς από μια συντηρητική κυβέρνηση, αυτές επιτάθηκαν στο έπακρο. Συνεχίστηκε η υποκατάσταση της απασχόλησης με ταυτόχρονη συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της χώρας, γενικεύτηκε ο «θεσμός» των «golden boys», εκτινάχθηκαν οι πάσης φύσεως διορισμοί -νόμιμοι και παράνομοι (έκτακτοι, «στέιτζ» αλλά και μόνιμοι) στο δημόσιο, και αυξήθηκε κατακόρυφα το πλιάτσικο των όποιων πόρων του καθ' ημάς κράτους. Είναι οι περίφημες «επιτροπές χωρίς αντικείμενο», που κυριάρχησαν -ιδιαίτερα την τελευταία διετία- σε όλο το δημόσιο τομέα, με μόνο στόχο την επιδότηση του προσωπικού των δικών μας.
Το σύστημα της συμπαιγνίας έφτασε στα όριά του.
Όπως έχει διαμορφωθεί, επομένως, η κατάσταση στην ελληνική πραγματικότητα η συμπαιγνία αυτή πλέον στηρίζεται στην διαρκή πίεση για συντήρηση του συστήματος των εντός του ευρύτερου κρατικό-ιδιωτικού δικτύου και επέκταση της υποκατάστασης της απασχόλησης σε ένα διαρκές παρασιτικό πλαίσιο. Στην αναβολή, δηλαδή, της ουσιαστικής ενσωμάτωσης στο παραγωγικό σύστημα των δύο πιο δυναμικών κατηγοριών της κοινωνίας μας: της νέας γενιάς και των μεταναστών.
Στηρίζεται ακόμα, στη συνεχή διόγκωση του κρατικού τομέα, ως του πάτρωνα συντήρησης των υπαρχουσών παραγωγικών διαδικασιών της χώρας μας. Γεγονός που παραλύει τις εξελίξεις, κρατεί αιχμάλωτη τη νέα γενιά και εμποδίζει κάθε προσπάθεια για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο στη χώρα μας.
Αλλά και στη διατήρηση άθικτου του πολυπρόσωπου, αλληλοκαλυπτόμενου, πανάκριβου και παρασιτικού πολιτικού-διοικητικού συστήματος της κοινωνίας μας. Το αποτέλεσμα είναι και η διαρκής επέκταση της διαφθοράς.
Στη χώρα μας ελάχιστα αξιοποιήθηκαν οι όποιες θετικές πλευρές του Νεοφιλελευθερισμού (περιορισμός του κράτους). Αντίθετα, η μεγαλύτερη αρνητική επίδρασή του αφορά την απασχόληση, με την δημιουργία δηλαδή αυτού του εφεδρικού στρατού των κάθε είδους εκτάκτων και ταυτόχρονη ισχυροποίηση του μόνιμου προσωπικού, των «εντός του συστήματος». Και θα μπορούσε -για παράδειγμα- η ευρύτερη αριστερά να θέσει σε πρώτη προτεραιότητα αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις, αντί άκαμπτα να στηρίζει κυρίως τα προνόμια, πολλές φορές σκανδαλώδη (δες απεργία στο λιμάνι του Πειραιά), των «εντός του συστήματος».
Βέβαια οι στατιστικές, όχι μόνο για την Ελλάδα, λένε πως η κοινωνική βάση της σύγχρονης αριστεράς είναι οι μόνιμοι εργαζόμενοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα...
Η νέα κυβέρνηση δείχνει να κατανοεί το αδιέξοδο που έχουμε περιέλθει. 'Αλλωστε αυτό ήταν το μοντέλο λειτουργίας της κοινωνίας που παρέλαβε, που μάλιστα ευρίσκεται σε «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Φυσικά πλήττονται μέχρι απελπισίας πρώτα οι εκτός του συστήματος. Όμως και οι εντός, δεν μπορούν πλέον να αναπαράγονται. Το σύστημα δεν κινείται καν.
Γι' αυτό και ως άμεσες προτεραιότητες τίθενται -πέραν της προσπάθειας να υπάρξει στοιχειώδης οικονομική δραστηριότητα:
• το νέο παραγωγικό πρότυπο («πράσινη ανάπτυξη», περιορισμός του κρατικού τομέα),
• ο εξορθολογισμός της απασχόλησης σε συνάρτηση με το μεταναστευτικό και
• η μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος.
Όπως όμως έχει μπλεχθεί το όλο ζήτημα, κάθε προσπάθεια αλλαγών κινδυνεύει να πνιγεί στο τέλμα της συμπαιγνίας των εντός του συστήματος, παρασύροντας όλο το οικοδόμημα. Οι κοινωνικές δυνάμεις που σωρεύονται γύρω από το σύστημα είναι παγιδευμένες στις λύσεις συντήρησης, με όποιο κόστος, της υπάρχουσας πραγματικότητας και δύσκολα μπορούν να μπουν σε μια λογική εξόδου. Κάθε πρωτοβουλία για αλλαγή θίγει πολλούς -όταν δεν εκλαμβάνεται ως απειλή.
Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λύση που δόθηκε, σε ένα σημαντικό θέμα αλλά όχι από τα μεγαλύτερα, τα «στέϊτζ». Ήταν μια καθαρή λύση που μπορεί να φέρει αποτέλεσμα, εφόσον βέβαια αποτελέσει την απαρχή για την αντιμετώπιση με άλλες προοπτικές της απασχόλησης.
Όμως απέναντί της έχουν αναπτυχθεί αντιδράσεις όχι μόνο από τους ίδιους τους ενδιαφερομένους, οι οποίοι είναι σε ένα βαθμό τα θύματα αυτής της λογικής και η αντίδρασή τους είναι φυσιολογική, αλλά κυρίως από εκείνους (τους εντός του συστήματος) που υποκριτικά κάθε φορά ζητούν να κάνουμε μια εξαίρεση ακόμα.
Αυτή η στάση συντήρησης της υπάρχουσας κατάστασης είναι η πιο υπονομευτική σε κάθε προσπάθεια αλλαγής. Και βέβαια σύμμαχος των κοινωνικών δυνάμεων της στασιμότητας -και εχθρός της κυβέρνησης και της αξιοπιστίας- της είναι ο χρόνος που φεύγει.
Τη συγκεκριμένη ταινία -όπως και άλλες του ίδιου σκηνοθέτη- την είδα και δεν μου άρεσε, εάν και επιμέρους θα μπορούσα να της βρώ θετικά στοιχεία.
Είμαι επιφυλακτική ως προς τις εκτιμήσεις σου πάνω στο έργο, δηλαδή ως προς τη κατασυκοφάντιση της αγροτικής ζωής, της μεροληψίας ή εχθρότητας που εντοπίζεις κλπ. Συμφωνώ μαζί σου στη κοινωνική ανάλυση που διατυπώνεις -όχι για πρώτη φορά και σε προ(σ)καλώ παρακολουθώντας και ελληνικά έργα όπως το "Βαθιά ψυχή", "Ακαδημία Πλάτωνος", "Κυνόδοντας" να αποτυπώσεις τις σκέψεις και προβληματισμούς σου. Το σινεμά -ανακαλύπτεις και απο τη δημοφιλία του- οτι είναι πεδίο λαμπρό.
Διαφωνώ με κάποιες προσεγγίσεις σου.
Χάρηκα όμως που πάλι συνάντησα την σκέψη σου.